Κυριακή, 26 Ιουλίου 2015

Τυχαίο ραντεβού ...

 Επιστροφή απο πρόβα.
Είπα ν αλλάξω διαδρομή και να περάσω απο το Σέιχ Σου . 
Έτσι για να μην αντισταθώ και να παραδοθώ στη χάρη του!


 Κάθε βράδυ και διαφορετικό ηλιοβασίλεμα .

 Και κάθε φορά λες , απόψε είναι το ομορφότερο !


 Και έφυγα τόσο γεμάτη , τόσο γαλήνια.


Καλό ξημέρωμα .

Δευτέρα, 13 Ιουλίου 2015

Υδροβιότοπος Ν. Φώκαιας



Υδροβιότοπος Ν. Φώκαιας.


Είναι μέρος ενός οικοσυστήματος που αποτελείται από δύο επιμέρους παράκτιους υδροβιότοπους, παράκτιο δάσος και αμμοθινικά συστήματα με σημαντικό βοτανικό ενδιαφέρον και πλούσια ορνιθοπανίδα.
  93 είδη πουλιών, 27 από τα οποία κατατάσονται στα υπό διατήρηση άγρια πτηνά.


 Λευκοτσινιάς (Egretta garzetta)




Κυριακή, 12 Ιουλίου 2015

Να σ’ αγναντεύω θάλασσα...



ΘΑΛΑΣΣΑ θάλασσα
στὸ νοῦ στὴν ψυχὴ καὶ στὶς φλέβες μας θάλασσα.
Εἴδαμε τὰ πλοῖα νὰ φέρνουν τὶς μυθικὲς χῶρες
ἐδῶ στὴν ξανθὴ ἀμμουδιὰ
ὅπου ἀργοποροῦν οἱ βραδινοὶ ὁδοιπόροι.
Ντύσαμε τὶς παιδικὲς ἀγάπες μας
μὲ νωπὰ φύκια.
Προσφέραμε στοὺς θεοὺς τῆς ἀκρογιαλιᾶς
ὄστρακα στιλπνὰ καὶ βότσαλα.
Χρώματα πρωϊνὰ διαλυμένα στὸ νερὸ
πυρκαϊὲς δειλινῶν στοὺς ὤμους τῶν γλάρων
κατάρτια ποὺ δείχνουν τὸ ἄπειρο
ἀνοιχτὰ κατώφλια στὸ βῆμα τῆς νύχτας
καὶ πάνω ἀπ’ τὸν ὕπνο τῆς πέτρας
μετέωρο κατάφωτο ἀσίγαστο
τὸ τραγούδι τῆς θάλασσας
νὰ μπαίνει ἀπ’ τὰ μικρὰ παράθυρα
νὰ σχεδιάζει κήπους λάμψεις καὶ ὄνειρα
στὰ νωπὰ τζάμια καὶ στὰ κοιμισμένα μέτωπα.
(Γιάννη Ρίτσου «Το εμβατήριο του ωκεανού», απόσπασμα).








-Κώστας Βάρναλης,
 Να σ’ αγναντεύω θάλασσα
Να σ’ αγναντεύω, θάλασσα,
να μη χορταίνω απ’ το βουνό ψηλά
στρωτή και καταγάλανη και μέσα να πλουταίνω
απ’ τα μαλάματά σου τα πολλά.
Να ναι χινοπωριάτικον απομεσήμερο,
όντας μετ’ άξαφνη νεροποντή
χυμάει μες απ’ τα σύννεφα θαμπωτικά γελώντας
ήλιος χωρίς μαντύ.
Να ταξιδεύουν στον αγέρα τα νησάκια,
οι κάβοι, τ’ ακρόγιαλα σαν μεταξένιοι αχνοί
και με τους γλάρους συνοδιά κάποτ’ ένα καράβι
ν’ ανοίγουν να το παίρνουν οι ουρανοί.
Ξανανιωμένα απ’ το λουτρό να ροβολάνε κάτου
την κόκκινη πλαγιά χορευτικά τα πεύκα,
τα χρυσόπευκα, κι ανθός του μαλαμάτου
να στάζουν τα μαλλιά τους τα μυριστικά.
Κι αντάμα τους να σέρνουνε στο φωτεινό χορό τους
ως μέσα στο νερό τα ερημικά χιονόσπιτα
κι αυτά μες στ’ όνειρό τους να τραγουδάνε, αξύπνητα καιρό.
Έτσι να στέκω, θάλασσα, παντοτεινέ έρωτά μου
με μάτια να σε χαίρομαι θολά
και να ναι τα μελλούμενα στην άπλα σου μπροστά μου,
πίσω κι αλάργα βάσανα πολλά.
Ως να με πάρεις κάποτε, μαργιόλα συ,
στους κόρφους σου αψηλά τους ανθισμένους
και να με πας πολύ μακρυά απ’ τη μαύρη τούτη Κόλαση,
μακρυά πολύ κι από τους μαύρους κολασμένους